Μαιευτική - Γυναικολογία | Μαστολογία

Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

Τα Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) αποτελούν νοσήματα που μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της σεξουαλικής επαφής και πιο συγκεκριμένα μέσω του κολπικού, στοματικού ή πρωκτικού σεξ. Κάποια από αυτά, όπως ο έρπης, μπορούν να μεταδοθούν και μέσω στενής επαφής του δέρματος. Τα ΣΜΝ προκαλούνται από ιούς, βακτήρια ή παράσιτα. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ο όρος Σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη ώστε να διαχωριστούν οι περιπτώσεις όπου τα άτομα δεν έχουν νοσήσει ή εμφανίσει κάποια συμπτώματα.

Αρκετά άτομα δε θα εμφανίσουν ποτέ συμπτώματα ή θα έχουν ήπια συμπτώματα, οπότε δε γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί. Πιθανά συμπτώματα των ΣΜΝ περιλαμβάνουν:

Υπάρχουν περισσότεροι από 20 τύποι ΣΜΝ, οι συνηθέστεροι όμως είναι οι εξής:

Τα ΣΜΝ αφορούν εξίσου και τα δυο φύλα, αλλά συνήθως οι γυναίκες αντιμετωπίζουν πιο έντονα ή επώδυνα συμπτώματα. Στην περίπτωση εγκυμοσύνης θα πρέπει αρχικά να εξετασθεί η ύπαρξη ή οχι κάποιου ΣΜΝ διότι μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο έμβρυο ή και να μεταδοθεί στο παιδί κατά τη στιγμή της γέννησης ή μέσω του θηλασμού.

Η πρόληψη είναι σημαντική στο να αποφύγουμε να νοσήσουμε από ΣΜΝ αλλά και για να περιορίσουμε την περαιτέρω διασπορά τους, καθώς αποτελούν ζήτημα για τη δημόσια υγεία. Μια από τις ασφαλείς πρακτικές κατά τη σεξουαλική επαφή είναι η συστηματική χρήση προφυλακτικού. Σημαντικό είναι να γνωρίζουν οι σεξουαλικοί σύντροφοι τη σωστή χρήση του προφυλακτικού.

Ορισμένα ΣΜΝ μπορούν να διαγνωστούν μέσω της γυναικολογικής εξέτασης. Ειδικές αιματολογικές εξετάσεις αίματος ή εξέταση δείγματος ούρων ή κολπικών υγρών συμβάλουν στη διάγνωση. Στην περίπτωση που κάποιο άτομο διαγνωστεί με ΣΜΝ θα πρέπει να λάβει την κατάλληλη θεραπεία αλλά και να ενημερώσει υπεύθυνα τον/τους σεξουαλικούς του/της συντρόφου/φους.

Δεν υπάρχει θεραπεία για την περίπτωση που κάποιο ΣΜΝ έχει προκληθεί από ιό. Μπορεί όμως να δοθεί φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και τη μείωση του ιικού φορτίου. Επίσης, έχουν αναπτυχθεί εμβόλια για την πρόληψη του HPV και της ηπατίτιδας Β. Στην περίπτωση των παρασιτικών ή βακτηριακών λοιμώξεων γίνεται χορήγηση αντιβιωτικών. Συχνά θα πρέπει να λάβει αγωγή και ο/η ερωτικός σύντροφος.